Πρόλογος
Η παρούσα εργασία ασχολείται στα πλαίσια του μεταπτυχιακού σεμιναρίου « Η μελέτη του ενδύματος», με την εξέλιξη της ενδυμασίας στις κερκίδες των ελληνικών γηπέδων, όπου συγκεντρώνονται οι «φανατικοί» οπαδοί, από την αρχή της δεκαετίας του 1970 μέχρι και σήμερα.
Η συγκεκριμένη μελέτη είναι ως επί τω πλείστω, μια καταγραφή και παρουσίαση της εξέλιξης της ενδυμασίας στο χρονικό πλαίσιο των τελευταίων σαράντα ετών σε συνδυασμό με τις επιταγές της μόδας κάθε εποχής, αλλά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατεί στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο.
Εισαγωγή
Στην παρούσα εργασία, θα ασχοληθούμε με τη μελέτη της ενδυμασίας σε ένα χώρο, ιδιαίτερα γνωστό, το χώρο των κερκίδων όπου συγκεντρώνονται οι φανατικοί οπαδοί, τις «θύρες», όπως επικρατεί να λέγονται, και τα κριτήρια επιλογής της ενδυμασίας, καθώς επίσης και τους παράγοντες που τη διαμόρφωσαν ανά δεκαετία.
Αρχικά, οφείλουμε να αναφερθούμε στους τομείς που αποτελούν συνολικά την έρευνα της «οπαδικής» ενδυμασίας, την ενδυμασία, τη μόδα, το ποδόσφαιρο, και τις υποκουλτούρες.
Είναι ευρέως αποδεκτό, ότι με τον όρο ενδυμασία εννοούμε το σύνολο των ενδυμάτων, που απαρτίζουν την εξωτερική εμφάνιση των ανθρώπων, είτε στην πρωτόγονη, είτε στην αγροτική, είτε στην αστική βιομηχανοποιημένη μορφή τους.
Το ένδυμα, με τη σειρά του, αποτελεί μια φλύαρη, στη σιωπή του, γλώσσα επικοινωνίας, καθώς τα ενδύματα εκπέμπουν μηνύματα για την κοινωνική ομάδα που αντιπροσωπεύουν.
Στο περιοδικό Ζυγός, το 1975, η Λίζα Σκουζέ-Πετρίδη αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι « η μόδα έχει τις ρίζες της στο υποσυνείδητο του ανθρώπου και πάντοτε μια από τις μεγαλύτερες επιθυμίες του τελευταίου ήταν να στολίζει το σώμα του. Γιατί αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της μόδας: η αυτοδιακόσμηση», και στη συνέχεια μας οδηγεί στη διαπίστωση, ότι « η αυτοδιακόσμηση δεν έχει μόνο σκοπό το να θαυμάζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, αλλά και το να θέλει να τον θαυμάζουν και να τον επιθυμούν οι άλλοι» [Σκουζέ-Πετρίδη: 168].
Ενδιαφέρουσα για τη μελέτη του θέματος είναι επίσης η διαπίστωση, πως «στις μεγαλύτερες και πιο σύνθετες κοινωνίες, το ντύσιμο δεν μπορεί πια να εκφράσει την ταυτότητα του ατόμου, ως εξαρτημένη από το φύλο, την ηλικία, και την οικογένεια, γιατί έχουν προστεθεί και άλλοι ρόλοι» [Σκουζέ-Πετρίδη:173 ].
Όσον αφορά το ποδόσφαιρο, το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα, που στον τομέα του θεάματος είναι ένα είδος οπίου του λαού, ή μια συλλογική εκδήλωση που φέρει τη σφραγίδα της ψυχολογικής παλινδρόμησης, ή η αναβίωση αρχέγονων καταλοίπων, ή πρακτική μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης [Μπρομπερζέ: 20].
Επιπλέον, σύμφωνα με τη θεωρία της ψυχολογίας της μάζας, οι ποδοσφαιρικές συγκεντρώσεις απομακρύνουν από τους κανόνες της καθημερινής ζωής, επικαιροποιούν ένα πνεύμα κοινότητας, ακυρωμένο στην καθημερινή ζωή, διευκολύνουν την έκφραση αξιών μη αποδεκτών και απορριπτέων [Μπρομπερζέ: 25].
Ο χώρος που θα μελετήσουμε, είναι οι κερκίδες των οπαδών, που η σχέση τους με την ομάδα διακρίνεται από «τρέλα» και «πάθος», ένα χώρο όπου μαζεύονται για ελάχιστες ώρες χιλιάδες οπαδοί, το γήπεδο, ειδικότερα του ποδοσφαίρου, αλλά και άλλων αθλημάτων.
Το γήπεδο αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας, καθώς το πλήθος που συγκεντρώνεται για ελάχιστες ώρες, είναι ένα «μωσαϊκό», που το αποτελούν άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, επαγγέλματα, εθνότητες, θρησκευτικές πεποιθήσεις, που το χαρακτηρίζουν διαφορετικά για τον καθένα «μίση και πάθη», αλλά μοιράζονται τις ίδιες συγκινήσεις για το άθλημα και την ομάδα.
Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε και τον παράγοντα υποκουλτούρα, που διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας των «θυρών», ιδιαίτερα έντονα για ένα διάστημα σχεδόν είκοσι ετών, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, και λιγότερο σήμερα.
Η λέξη υποκουλτούρα προέρχεται από την αγγλική λέξη subculture.